
Αρχική Εισφορά οφείλεται από τα νεοεισελθόντα στο ΣΚΚ πιστωτικά ιδρύματα και καταβάλλεται ένα (1) μήνα από την έναρξη συμμετοχής τους. Το νεοεισελθέν στο ΣΚΚ πιστωτικό ίδρυμα καταβάλλει την αρχική εισφορά σε τρεις (3) ετήσιες δόσεις με πίστωση του λογαριασμού του ΣΚΚ που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Η αρχική εισφορά καθορίζεται ως το ποσό που προκύπτει από το γινόμενο των διαθεσίμων του ΣΚΚ επί το λόγο των ιδίων κεφαλαίων του νέου μέλους προς το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν ήδη στο ΣΚΚ. Ως ημερομηνία βάσης υπολογισμού των διαθεσίμων του ΣΚΚ και των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων λαμβάνεται υπόψη η 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Για τα πιστωτικά ιδρύματα που εισέρχονται στο ΣΚΚ, ως ίδια κεφάλαια νοούνται τα ίδια κεφάλαια ως ορίζονται στη περίπτωση 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Το ύψος της αρχικής εισφοράς δεν δύναται να υπερβαίνει το 8% των ιδίων κεφαλαίων του νέου μέλους του ΣΚΚ.
Οι τακτικές εισφορές καταβάλλονται ετησίως. Οι βασικοί παράγοντες για τον υπολογισμό των ετησίων τακτικών εισφορών είναι το ύψος των εγγυημένων καταθέσεων και ο βαθμός του κινδύνου που αναλαμβάνει κάθε πιστωτικό ίδρυμα.
Με την υπ. αριθμ. 120157 ΕΞ. 2024/ ΦΕΚ Β’ 5104/09.09.2024 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίστηκε η Μεθοδολογία υπολογισμού των τακτικών εισφορών των πιστωτικών ιδρυμάτων στο Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ) του ΤΕΚΕ. Το Παράρτημα ΙΙΙ της Μεθοδολογίας περιλαμβάνει συνοπτική περιγραφή των βημάτων για τον προσδιορισμό των σταθμισμένων βάσει κινδύνου εισφορών των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Για τον υπολογισμό του ύψους των εγγυημένων καταθέσεων για τους σκοπούς του υπολογισμού της ετησίας τακτικής εισφοράς, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εγγυημένων καταθέσεων του προηγούμενου έτους, εξαγόμενος από τον μέσο όρο των εγγυημένων καταθέσεων της τελευταίας ημέρας των ημερολογιακών τριμήνων του έτους αυτού. Οι εισφορές καταβάλλονται από τα πιστωτικά ιδρύματα στον λογαριασμό του ΣΚΚ που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο ν.4370/2016 (Α'37) προβλέπει ότι, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να καλύπτουν ποσοστό έως το 30% της ετήσιας τακτικής εισφοράς τους με Δεσμεύσεις προς πληρωμή προς το ΤΕΚΕ.(«Δεσμεύσεις προς πληρωμή» καλείται η ανέκκλητη και άνευ όρων ή αιρέσεων δέσμευση προς πληρωμή σε μετρητά από ένα πιστωτικό ίδρυμα προς το ΤΕΚΕ εις εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς το ΤΕΚΕ, η οποία είναι πλήρως εξασφαλισμένη, με την προϋπόθεση ότι η εξασφάλιση: α) συνίσταται σε στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου, β) δεν βαρύνεται από δικαιώματα τρίτων και ευρίσκεται στη διάθεση του ΤΕΚΕ)
Εντός είκοσι (20) ημερολογιακών ημερών από την αρχή κάθε έτους, κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ αποστέλλει στο ΤΕΚΕ ετήσια κατάσταση, με το ύψος των εγγυημένων καταθέσεων της τελευταίας ημέρας κάθε ημερολογιακού τριμήνου του προηγούμενου έτους, υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο και τον ορκωτό λογιστή του. Έως την 30η Σεπτεμβρίου κάθε έτους κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ αποστέλλει στο ΤΕΚΕ τα στοιχεία της τελευταίας ημέρας του προηγούμενου έτους, που ορίζει το ΤΕΚΕ για τον προσδιορισμό του βαθμού κινδύνου που αναλαμβάνει. Τα στοιχεία υπογράφονται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί τον έλεγχο των υποβαλλόμενων στοιχείων για τον υπολογισμό της βάσης εισφορών, είτε αυτοβούλως στα πλαίσια της εποπτικής της αρμοδιότητας είτε κατόπιν αιτήματος του ΤΕΚΕ.
Το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει και γνωστοποιεί τις εισφορές το αργότερο μέχρι τη 15η Νοεμβρίου κάθε έτους. Τα πιστωτικά ιδρύματα καταβάλλουν τις ετήσιες τακτικές εισφορές σε μία δόση την 15η Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους που αφορούν με πίστωση του λογαριασμού του ΣΚΚ που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία συμμετέχουν στο ΣΚΚ καταβάλλουν υποχρεωτικά έκτακτες εισφορές, σε περίπτωση που τα διαθέσιμα του ΣΚΚ δεν επαρκούν για την καταβολή αποζημιώσεων. Οι έκτακτες εισφορές δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 0,5% των εγγυημένων καταθέσεων του πιστωτικού ιδρύματος ανά ημερολογιακό έτος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και τη σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται υψηλότερες εισφορές. Ο τρόπος υπολογισμού των έκτακτων εισφορών είναι αντίστοιχος με τον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων τακτικών εισφορών. Ο χρόνος και τρόπος καταβολής των έκτακτων εισφορών καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατά περίπτωση.
Σε περίπτωση που τα διαθέσιμα του ΣΚΚ δεν επαρκούν για την καταβολή αποζημιώσεων καταθετών ή για τη χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΕΚΕ, το ΣΚΚ δανείζεται τα απαιτούμενα κεφάλαια από τα συμμετέχοντα σε αυτό πιστωτικά ιδρύματα ή από άλλες πηγές. Για τα ποσά των δανείων αυτών εγγυώνται τα συμμετέχοντα στο ΣΚΚ πιστωτικά ιδρύματα. Οι όροι των εν λόγω δανείων και εγγυήσεων καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την αναλογία συμμετοχής κάθε πιστωτικού ιδρύματος επί του συνόλου των εγγυημένων καταθέσεων του προηγούμενου έτους. Για τα παραπάνω δάνεια μπορεί να παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Το ΣΚΚ δύναται σε κάθε περίπτωση να δανείζεται τα απαιτούμενα κεφάλαια, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, ώστε να είναι σε θέση να εξασφαλίσει βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις έναντι αυτού.
Πιστωτικό ίδρυμα το οποίο εντάσσεται στο ΣΚΚ κατά τη διάρκεια του έτους, οφείλει ετήσια τακτική εισφορά για το ημερολογιακό έτος ένταξης κατ' αναλογία του χρόνου συμμετοχής του σε αυτό. Σε αυτή την περίπτωση το ύψος των εγγυημένων καταθέσεων θα θεωρείται το ύψος των εγγυημένων καταθέσεών του βάσει των στοιχείων της τελευταίας εργάσιμης ημέρας των τριμήνων του έτους κατά τη διάρκεια των οποίων συμμετείχε στο ΣΚΚ.
Σε περίπτωση εξαγοράς υποκαταστήματος το οποίο συμμετείχε αυτοτελώς στο ΣΚΚ από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο δεν συμμετέχει στο ΣΚΚ, δεν υφίσταται υποχρέωση εκ νέου καταβολής αρχικής εισφοράς για το εν λόγω υποκατάστημα, εφόσον εγκρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος η διατήρηση της αρχικής άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του υφιστάμενου υποκαταστήματος υπό το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση οφείλει τακτική εισφορά για το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο διέκοψε τη λειτουργία του κατ' αναλογία του χρόνου που λειτούργησε μέσα σε αυτό.
Οι περιπτώσεις πάσης φύσεως εταιρικών μετασχηματισμών δεν θεωρούνται διακοπή λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, αλλά εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί καθολικής ή ειδικής διαδοχής του εταιρικού δικαίου.
Υφίσταται η ακόλουθη διαφοροποίηση ως προς την καταβολή οφειλόμενων εισφορών επί διακοπής λειτουργίας/θέσης σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος:
- Αν πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση πριν τον καθορισμό εισφορών καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές αμέσως μετά τον καθορισμό τους.
- Αν πιστωτικό ίδρυμα διακόψει τη λειτουργία του ή τεθεί υπό ειδική υπό ειδική εκκαθάριση μετά τον καθορισμό εισφορών καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές την ημέρα της διακοπής λειτουργίας του.